01 Ι.Ν Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Καστέλλας: ΆΓΙΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ,'ΑΓΙΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΜΑΥΡΑ 3/5

ΆΓΙΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ,'ΑΓΙΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΜΑΥΡΑ 3/5




Ὁ Ἅγιος Τιμόθεος και ἡ σύζυγός του Ἁγία Μαύρα ἦταν μία ἁγιασμένη οἰκογένεια, που ζοῦσε σὲ κάποιο μικρὸ χωριὸ τῆς Θηβαΐδος, στην Αἴγυπτο, κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Τιμόθεος ξεχώριζε ἀπό τους


ἄλλους συμπολίτες του γιὰ την μεγάλη εὐσέβειά του καὶ την ἐπίδοση ποὺ εἶχε στὰ ἱερὰ γράμματα. Τους τὰ διάβαζε στὸ σπίτι του ἢ στην ἐκκλησία καὶ ξεδιψοῦσε τις ψυχές τους μὲ τὸ ἀθάνατο νερὸ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.
Ἐπιβραβεύοντας αὐτὸ τὸ ζῆλο του, ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Θηβαΐδος τον χειροθέτησε ἀναγνώστη, τοποθετώντας τον ἔτσι στὸ προστάδιο τῶν κληρικῶν. Ὅμως, ἀντὶ ἐκείνου τοῦ σταδίου, ἡ Θεία Πρόνοια τον εἰσήγαγε σὲ ἕνα ἄλλο. Στὸ ὑψηλότερο ἀπὸ ὅλα, δηλαδὴ στην κορυφὴ τοῦ Γολγοθᾶ, ποὺ εἶναι στολισμένη ἀπὸ τον Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.
Ἐκεῖνο ἀκριβῶς τον καιρό, δεν εἶχαν περάσει οὔτε εἴκοσι ἡμέρες ποὺ ὁ Τιμόθεος εἶχε νυμφευθεῖ τὴ Μαύρα, ἐνῷ ὅλοι χαίρονταν γιὰ τον ἁρμονικὸ αὐτὸ γάμο, κάποιοι φθονεροὶ χωρικοὶ τους διέβαλαν στον εἰδωλολάτρη ἡγεμόνα τῆς Θηβαΐδος, Ἀρριανό. Ὁ Ἀρριανος διέταξε τον Ἅγιο Τιμόθεο νὰ παρουσιασθεῖ ἐνώπιόν του. Τον ἀνέκρινε. Καὶ βλέποντας την ἀκλόνητη πίστη του, πρόσταξε νὰ τον φυλακίσουν καὶ νὰ τον βασανίσουν, μὲ την ἐλπίδα πως θὰ τοῦ συνέτριβε τὸ φρόνημα. Μάταιος κόπος.
Σαν εἶδε πως δεν μποροῦσε μὲ τίποτα πιὰ νὰ ἀλλάξει την πίστη τοῦ Μάρτυρος, ὁ τύραννος σκέφθηκε νὰ φέρουν τὴ γυναίκα του, Μαύρα, περιμένοντας πως ἐκείνη μὲ τὰ καλοπιάσματά της, θὰ τον λυγίσει. Ὅταν ἡ Ἁγία Μαύρα παρουσιάσθηκε μπροστὰ στον ἡγεμόνα, ἐκεῖνος τῆς εἶπε: «Ἄκουσα, Μαύρα, πως δεν πέρασαν οὔτε εἴκοσι ἡμέρες ποὺ στεφανώθηκες τον ἄνδρα σου. Τὰ λεμονάνθια εἶναι ἀκόμα δροσερὰ στὰ νέα καὶ ὄμορφα κεφάλια σας καὶ εἶναι κρίμα νὰ σταθεῖ ἡ πίστη του ἐμπόδιο στὸ νὰ χαρεῖτε τὴ ζωὴ μαζί. Πήγαινε λοιπόν, ὅπως εἶσαι στολισμένη, νὰ τον πείσεις νὰ ἔλθει στὰ λόγια μου καὶ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα».
Ἡ Ἁγία Μαῦρα ὑποσχέθηκε νὰ ἐπισκεφθεῖ στὴ φυλακὴ τον σύζυγό της καὶ νὰ τοῦ μιλήσει. Πῆγε ὅμως, ὄχι νὰ τον βγάλει ἀπὸ την πίστη, ἀλλὰ νὰ τον στηρίξει σὲ αὐτην καὶ νὰ στηριχθεῖ καὶ ἡ ἴδια ἀπὸ τὰ λόγια του, γιὰ ὅσα ἔμελλε καὶ ἐκείνη, ὕστερα ἀπὸ λίγο, νὰ ὑποφέρει γιὰ την δόξα τοῦ Χριστοῦ. Γυρίζει λοιπον στον ἡγεμόνα καὶ ὁμολογεῖ πως καὶ αὐτὴ εἶναι Χριστιανή, ἕτοιμη νὰ μαρτυρήσει. Ὁ Ἀρριανός ἔγινε ἔξαλλος. Δίνει ἐντολὴ νὰ βασανίσουν την Ἁγία μὲ φρικώδη βασανιστήρια. Ἀλλὰ ἡ Μάρτυς πέρασε ὅλες τις φρικτές δοκιμασίες μὲ ἀπτόητο θάρρος.
Στὸ τέλος, ὁ μιαρός Ἀρριανός προστάζει νὰ καρφώσουν σὲ σταυρούς τον Τιμόθεο καὶ την Μαύρα. Τους σταύρωσαν τον ἕνα δίπλα στον ἄλλο, γιὰ νὰ εἶναι ὁ πόνος τους πιὸ μεγάλος. Ἀλλὰ καὶ ἐσταυρωμένοι οἱ δύο νεαροὶ σύζυγοι, οἱ Ἅγιοι Τιμόθεος καὶ Μαύρα, ἀντικριστὰ ἐπάνω στὰ ξύλα, εὐχαριστοῦσαν τον Θεό, ποὺ τους ἀξίωνε νὰ ἔχουν τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους ὅμοιο μὲ ἐκεῖνο τοῦ Υἱοῦ Του. Ἔτσι, λοιπόν, πάνω στον σταυρὸ παρέδωσαν στον Κύριο τὶς ἁγνές τους ψυχές καὶ εἰσῆλθαν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ζεῦγος ὁμόζυγον, καὶ ξυνωρὶς θαυμαστή, Τιμόθεε πάνσοφε, καὶ Μαύρα νύμφη Χριστοῦ, ἐνθέως ἠθλήσατε· σύμμορφοι γὰρ ὀφθέντες, τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, δόξης ἀκατάλυτου, ἠξιώθητε ἄμφω, πρεσβεύοντες τῷ Σωτῆρι, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τοὺς πολυτρόπους αἰκισμοὺς ἐνεγκόντες, καὶ τοὺς στεφάνους ἐκ Θεοῦ εἰληφότες, ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύσατε πρὸς Κύριον, μνήμην τὴν πανίερον, τὴν ὑμῶν ἐκτελούντων, μέγιστε Τιμόθεε, καὶ ἀοίδιμε Μαύρα, τοῦ εἰρηνεῦσαι πόλιν καὶ λαόν· αὐτός ἐστι γάρ, πιστῶν τὸ κραταίωμα.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις συζυγία ἰσοκλεής, Τιμόθεε μάκαρ, σὺν τῇ Μαύρᾳ τῇ φωταυγεῖ· σύμφρονες γὰρ ὄντες, ἐν βίῳ καὶ ἐν ἄθλοις, καὶ τῶν βραβείων ἅμα, κατηξιώθητε.