Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ(ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΚΗΡΥΓΜΑ) 15/5/2016



Δεύτερη Κυριακή μετά το Πάσχα, Κυριακή των Μυροφόρων – κάτι σαν Ημέρα της Γυναίκας για την Ορθοδοξία.

Η Εκκλησία, από τα βυζαντινά χρόνια, την έχει αφιερώσει στις αγίες Γυναίκες που πήγαν στον Τάφο του Ιησού, για να αλείψουν το σώμα Του με αρώματα (μύρα), όπως ήταν έθιμο στους Εβραίους, όμως βρήκαν τον Τάφο άδειο και αφύλαχτο, είδαν τον άγγελο που τους ανακοίνωσε την ανάσταση και στη συνέχεια είδαν και τον ίδιο το Χριστό.
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ ΑΠΟ ΑΡΙΜΑΘΑΙΑΣ ΒΟΗΘΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Την έχει αφιερώσει επίσης στους δύο «κρυφούς μαθητές του Χριστού», δύο άρχοντες του Ισραήλ, το Νικόδημο και τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, που όσο ζούσε ο Κύριος δεν τολμούσαν να αποκαλύψουν πως πίστευαν σ’ Αυτόν, όμως τώρα φανερώθηκαν, πήραν το σώμα Του (το ζήτησε ανοιχτά ο άγιος Ιωσήφ από τον Πιλάτο), το ετοίμασαν και το έθαψαν στον τάφου που προόριζε ο άγιος Ιωσήφ για τον εαυτό του.
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ



Αυτό που νομίζω πως δεν έχουμε συνειδητοποιήσει, είναι ότι οι Μυροφόρες και οι δύο άγιοι πρώην κρυφοί μαθητές, δεν πίστευαν στο Χριστό, όταν τα έκαναν αυτά.
Δεν πίστευαν ότι ο άνθρωπος που διαλύθηκε από το φραγγέλιο, φόρεσε το ακάνθινο στεφάνι και πέθανε στο σταυρό επρόκειτο ν’ αναστηθεί. Κανείς δεν το πίστευε· ούτε οι απόστολοι το πίστεψαν, μέχρι που Τον είδαν. Και ήταν φυσικό· ποιος λογικός άνθρωπος θα περίμενε κάτι τέτοιο;
Κι όμως, πήγαν. Οι Μυροφόρες και οι δύο πρώην κρυφοί μαθητές, δεν πίστευαν, αλλά πήγαν. Διακινδύνευσαν τη θέση τους στην κοινωνία, ακόμη και τη ζωή τους (ενάντια σ’ εκείνους που είχαν σταυρώσει τον Ιησού, Εβραίους και Ρωμαίους), χωρίς να πιστεύουν, επειδή προφανώς αγαπούσαν τον Ιησού και η αγάπη τους προς Αυτόν ήταν τόσο μεγάλη, που ανέτρεψε όχι μόνο κάθε φόβο, αλλά και κάθε λογική.

Όλα αυτά νομίζω πως έχουν κάτι να μας πουν σήμερα.
Και στις μέρες μας όλα πηγαίνουν ανάποδα. Καμιά ελπίδα δε φαίνεται στον ορίζοντα, μάλιστα ούτε ο Θεός κατεβαίνει από τον ουρανό να μας βοηθήσει. Όχι όπως θα Τον περιμέναμε τουλάχιστον.
Όμως εμείς ας πάμε. Όπως εκείνες και εκείνοι, ας πάμε κι εμείς κοντά Του, πέρα από κάθε λογική και κάθε φόβο. Πέρα από κάθε λογική των άλλων και από κάθε φόβο της αδύναμης ψυχής μας. Ας πάμε – ας είμαστε κοντά Του, κοντά στην Εκκλησία, μέσα στην Εκκλησία, μέσα στην εξομολόγηση, τη θεία κοινωνία, την προσευχή, τη συγχώρηση, την ελεημοσύνη, την αγάπη. Ας συγχωρέσουμε ακόμη κι αυτούς που μας έχουν φέρει σ’ αυτό το χάλι, ακόμη και τους ξένους αποικιοκράτες και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Και ας τους αντισταθούμε με ηρωική γενναιότητα και με χριστιανική αγάπη.

Γιατί Εκείνος αυτό έκανε κι αυτό μας διδάσκει. Ο πόλεμός του δεν γίνεται με το σπαθί ή το καλάσνικωφ, αλλά με την αγάπη, την προσευχή, τη σταθερότητα, την αυτοθυσία που φτάνει ώς το μαρτύριο. Δεν έχει κίνητρο το ατομικό ή το στενά οικογενειακό συμφέρον μας, αλλά το συμφέρον του άλλου, το συμφέρον του αδελφού μας, το συμφέρον όλων μας. Και η δύναμή του δεν στηρίζεται στο μίσος, αλλά στην αγάπη – την αγάπη ακόμα και για τους αμαρτωλούς, ακόμα και για τους εχθρούς, τους άδικους, τους εκμεταλλευτές και τους προδότες. Όχι όμως την αγάπη για την αδικία, την εκμετάλλευση και την προδοσία. Ας κάνουμε το διαχωρισμό κι ας προχωρήσουμε ως ορθόδοξοι χριστιανοί.
«Και οι πλούσιοι είναι παιδιά μου και θέλω να σωθούν» έλεγε ο γίγαντας της αγάπης άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, που έδωσε ακόμη και τη ζωή του υπερασπιζόμενος τους φτωχούς. Αυτός ήταν ένας αληθινός χριστιανός· και υπάρχουν κι άλλοι.


Τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου φέτος, το 2016, έδωσε ο Θεός κι εκκλησιαστήκαμε σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι. Βγήκε ο παπάς, διάβασε το Ευαγγέλιο, άρχισε μετά να ψάλλει το «Χριστός ανέστη» μέσα στις καμπανοκρουσίες. Άρχισαν κι οι μοναχές να ψάλλουν το «Χριστός ανέστη». Και κάποια στιγμή, η Γερόντισσα της μονής φώναξε στον κόσμο: «Παιδιά, όλοι μαζί! Αυτό το “Χριστός ανέστη” είναι η τελευταία μας ελπίδα!». 



Κι αρχίσαμε να ψάλλουμε όλοι μαζί μέσα στη νύχτα, πάνω στο βουνό, δίπλα σε μια χαράδρα, “Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας…” σαν επαναστατικό τραγούδι.
Αυτό το «Χριστός ανέστη» δεν μπορούν να μας το πάρουν, ό,τι κι αν κάνουν. Μπορούν να μας πάρουν τα λεφτά, τη δουλειά, το σπίτι, την αξιοπρέπεια, όλα, ακόμα και την επίγεια ζωή μας, αλλά όχι αυτό το «Χριστός ανέστη», όχι Αυτόν το Χριστό, όχι αυτό το Φως, την αγάπη, τον παράδεισο.
Δεν μπορώ εδώ να μη μνημονεύσω Γιάννη Ρίτσο, το μεγάλο αριστερό ποιητή, που δεν ξέρω τι πίστευε, αλλά σίγουρα αγαπούσε την Ορθοδοξία, όπως όλοι οι σοβαροί Νεοέλληνες δημιουργοί: «Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο κι αυτόν τον ουρανό δε μπορούν να μας τα πάρουν»


 (από το Καπνισμένο Τσουκάλι).
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!