Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ (1/10)



Έζησε στον 6ο μ.Χ. αιώνα επί βασιλέως Αναστασίου Α' ή κατ' άλλους τον 8ο αιώνα επί βασιλέως Αναστασίου Β'. Ήταν διάκονος στην Εκκλησία της Βηρυττού και κατόπιν πήγε στη Κωνσταντινούπολη και διέμενε στα κελιά του ναού της Θεοτόκου του λεγομένου του Κύρου, ο οποίος και έκτισε τον Ναό.
Ήταν άμουσος και μετρίας μορφώσεως, αλλά προσευχόταν με πόθο και παρακολουθούσε τις κατανυκτικές ολονυκτίες μεταξύ του ναού της Παναγίας του Κύρου και της Παναγίας των Βλαχερνών παρακαλώντας τη Θεοτόκο να τον αξιώσει να ψέλνει.
Πράγματι η επιμονή του καρποφόρησε και σε όραμα η Παναγία του έδωσε να φάει ένα τόμο χαρτί. Αμέσως αισθάνθηκε ένα βάρος μέσα του, ξύπνησε και γεμάτος θεία έμπνευση ανέβηκε στο ψαλτήρι την ημέρα των Χριστουγέννων και μετά την 6η ωδή έψαλλε το αθάνατο κοντάκιο: ''Η παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει", αφήνοντας άφωνους τους παρόντες, που δεν πίστευαν στ' αυτιά τους.
Έκτοτε η ποιητική αυτή επιφοίτηση παρέμεινε διαρκής και πλούσια στη φαντασία και τη καρδιά του Ρωμανού, που αναδείχθηκε ο γονιμότερος και εξοχότερος των μελωδών, με πλούτο ιδεών, ανυπέρβλητη πλαστικότητα φράσεως, μεστή δυνατή γλώσσα, θησαυρό αρμονίας ποικίλων και καλλιτεχνικών ρυθμών.
Έγραψε πολλούς ύμνους και περίπου 1.000 κοντάκια.
Οι Δυτικοί τον ονομάζουν ''Πρίγκηπα των μελωδών" & ''Πίνδαρο του Βυζαντίου'' και τον θεωρούν το μεγαλύτερο ποιητή του Βυζαντίου.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς σάλπιγξ θεόληπτος, τῶν οὐρανίων ᾠδῶν, ἐνθέως ἐφαίδρυνας, τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, τοῖς θείοις σου ᾄσμασι· σὺ γὰρ τῆς Θεοτόκου, ἐμπνευσθεὶς τῇ ἐλλάμψει, ἔνθεος ὑμνηπόλος, ἐγνωρίσθης ἐν κόσμῳ· διό σε πόθῳ τιμῶμεν, Ῥωμανὲ Ὅσιε.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὤσπερ κιθάραν τῆς σοφίας παναρμόνιον
Καὶ ὑποφήτην θεοπνεύστων ἀναβάσεων
Εὐφημοῦμεν Ῥωμανέ σε ᾀσμάτων ὕμνοις.
Ἀλλ’ ὡς φόρμιγξ δωρεῶν τῶν ὑπὲρ ἔννοιαν
Πρὸς ἐγρήγορσιν ἡμᾶς θείαν διέγειρον
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Θεόληπτε.