Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ Ο ΘΕΣΒΙΤΗΣ (20/7)


Βίος καί δράση του
Η προφητική ἀποστολή τοῦ  Ἠλία ἀναπτύχθηκε στά χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀχαάβ (873854 π.Χ.) καί τοῦ διαδόχου του  Ὀχοζία. Πρόκειται γιά μία περίοδο πολύ ταραχώδη γιά τό μονοθεϊσμό στό  Ἰσραήλ,
ὅταν εἶναι γνωστό ὅτι οἱ Ἑβραῖοι δοκιμάζονταν κατά καιρούς στήν πίστη τους ἀπό τούς εἰδωλολατρικούς γειτονικούς λαούς, ἐξαιτίας τῶν ἐπιδράσεων στή θρησκεία τους.
Ὁ Ἀχαάβ ἔλαβε ὡς γυναίκα του τήν   Ἰεζάβελ, κόρη τοῦ Εὐβάαλ, βασιλιᾶ τῆς Τύρου (Φοινίκης).   Ἐκείνη, ἐπηρεάζοντας τό σύζυγό της, καθιέρωσε ἐπίσημα τή λατρεία τοῦ θεοῦ ΒάαλMelgart, προσπαθοῦσε μάλιστα νά τήν ἐπιβάλει καί ὡς κρατική. Γιά νά πετύχει στό στόχο της δέν δίστασε νά διατάξει τό φόνο προφητῶν καί τή δίωξη ὅσων πίστευαν στόν ἕνα καί μόνο ἀληθινό Θεό. Ἐπέβαλε τήν καταστροφή τῶν βωμῶν, ἐνῶ διέθετε τά ἀπαιτούμενα γιά νά διαδοθεῖ ἡ λατρεία τῶν εἰδωλολατρικῶν φοινικικῶν θεοτήτων. Στό βιβλίο Βασιλειῶν Γ΄ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περιγράφεται μέ ζωηρά χρώματα τό μέγεθος τῆς ἀσέβειας τοῦ Ἀχαάβ καί τῆς  Ἰεζάβελ: Ὁ Ἀχαάβ ἔπραξε ὅ,τι δυσαρεστεῖ τόν Κύριο, ξεπερνώντας ὅλους τούς προκατόχους του… Πῆρε γιά γυναίκα του τήν Ἰεζάβελ.. καί πῆγε καί λάτρεψε τόν Βάαλ καί τόν προσκύνησε.  Ἔχτισε θυσιαστήριο στόν Βάαλ, στό ναό τοῦ Βάαλ, πού εἶχε ἀνεγείρει στή Σαμάρεια. Ὁ Ἀχαάβ κατασκεύασε ἐπίσης ξύλινη λατρευτική στήλη καί ἔκανε περισσότερες ἁμαρτίες ἀπ’ ὅλους τούς προκατόχους του βασιλιάδες τοῦ Ἰσραήλ, ἐξοργίζοντας ἔτσι τόν Κύριο, τόν Θεό του (Γ΄ Βασ. 16, 3133).
Εἶχε φτάσει πλέον ἡ στιγμή νά δράσει ὁ προφήτης  Ἠλίας.  Ἐμφανίζεται στό βασιλιά Ἀχαάβ καί τοῦ λέει: Ὁρκίζομαι στόν Κύριο πού ὑπηρετῶ, τόν ἀληθινό Θεό τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι τά ἑπόμενα χρόνια δέν θά πέσει στή γῆ δροσιά οὔτε βροχή, παρά μόνο μέ προσταγή δική μου (Γ΄ Βασ. 17,1). Ἡ κατηγορηματική αὐτή προαγγελία τοῦ προφήτη, τόν ὁποῖο σεβόταν ὁ λαός καί ἑπομένως ὑπολόγιζε ὁ βασιλιάς, ἦταν ἑπόμενο νά ἐξαγριώσει τή βασιλική αὐλή καί ἰδιαίτερα τήν  Ἰεζάβελ. Γιά νά μή κινδυνέψει λοιπόν ὁ Ἠλίας, ὁ Θεός ἔλαβε πρόνοια γι’ αὐτόν.
Ἡ τριετής ἀνομβρία.
Ὁ Κύριος εἶπε στόν Ἠλία: Φύγε ἀπό ἐδῶ καί πήγαινε πρός τά ἀνατολικά, νά κρυφτεῖς κοντά στό χείμαρρο Χοράθ (Χερίθ), ἀνατολικά τοῦ  Ἰορδάνη. Θά πίνεις νερό ἀπό τό χείμαρρο κι ἐγώ θά δώσω προσταγή στούς κόρακες νά φροντίζουν γιά τήν τροφή σου ἐκεῖ (Γ΄ Βασ. 17, 24). Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε. Ἡ τριετής ξηρασία (τήν ὁποία μνημονεύει καί ὁ ἱστορικός Ἰώσηπος στήν «Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία» VII, 13,2) ἄρχισε. Ὁ προφήτης κρυβόταν στό μέρος πού τοῦ εἶχε ὑποδειχθεῖ ἀπό τόν Θεό. Ἐκεῖ, οἱ κόρακες τοῦ ἔφερναν ψωμί καί κρέας πρωί καί βράδυ, κι ἔπινε νερό ἀπό τό χείμαρρο. Μετά ὅμως ἀπό μερικές μέρες ξεράθηκε ὁ χείμαρρος, γιατί ὑπῆρχε ἀνομβρία στή χώρα (Γ΄ Βασ. 17, 67).
Φιλοξενούμενος στή Σαρεπτά.
Τότε παίρνει καί πάλι νέα ἐντολή ἀπό τόν Κύριο πού τοῦ εἶπε: Σήκω, πήγαινε στή Σαρεπτά, στήν περιοχή τῆς Σιδώνας καί μεῖνε ἐκεῖ. Ἐγώ διέταξα μία χήρα νά φροντίζει γιά τήν τροφή σου. Ξεκίνησε ὁ Ἠλίας καί ὅταν ἔφτασε στήν πύλη τῆς πόλης εἶδε μία γυναίκα πού μάζευε ξύλα. Τῆς φώναξε καί τῆς εἶπε: Φέρε μου, σέ παρακαλῶ, λίγο νερό σ’ ἕνα κύπελο γιά νά πιῶ… καί φέρε μου ἐπίσης ἕνα κομμάτι ψωμί. Ἡ ἀπάντηση τῆς γυναίκας, πού ἦταν χήρα, εἶναι συγκλονιστική: Μά τόν ἀληθινό Θεό, τόν Θεό σου, δέν ἔχω καθόλου ψωμί, παρά μόνο μία χούφτα ἀλεύρι στό πιθάρι καί λίγο λάδι στό δοχεῖο. Ἦρθα ἐδῶ γιά νά μαζέψω λίγα ξύλα, νά πάω νά ἑτοιμάσω γιά μένα καί τό γιό μου ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει, νά τό φᾶμε καί μετά νά πεθάνουμε.
Ὁ προφήτης  Ἠλίας ἐπέμεινε. Τῆς εἶπε λοιπόν νά μήν ἀνησυχεῖ. Νά πάει σπίτι της καί νά κάνει αὐτό πού εἶχε στό μυαλό της. Τῆς ζήτησε ὅμως νά φτιάξει πρῶτα μία μικρή λαγάνα γιά κεῖνον ἀπό τό λίγο ἀλεύρι της καί νά τοῦ τή φέρει, ἔπειτα νά φτιάξει γιά τήν ἴδια καί τό γιό της. Γιατί ὁ Κύριος, ὁ Θεός τοῦ  Ἰσραήλ, λέει: τό πιθάρι μέ τό ἀλεύρι δέν θ’ ἀδειάσει καί τό λάδι στό δοχεῖο δέν θά λιγοστέψει, ὥς τή μέρα πού ὁ Κύριος θά στείλει βροχή. Ἡ γυναίκα ἔκανε ὅπως τῆς εἶπε ὁ προφήτης, μέ ἀποτέλεσμα οὔτε τό ἀλεύρι οὔτε τό λάδι νά τελειώνουν γιά πολλές ἡμέρες (Γ΄ Βασ. 17, 816).
Σχολιάζοντας ὁ ἅγιος  Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τήν ἀνομβρία καί τή φιλοξενία τῆς χήρας τῆς Σαρεπτά λέει τά ἑπόμενα (στόν Λόγο του «εἰς τόν Πέτρον τόν ἀπόστολον καί  Ἠλίαν τόν προφήτην», Migne, P.G. 50, § B΄Δ΄, 728735):
«Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν τόσο αὐστηρός μέ τούς ἁμαρτάνοντες, ὥστε προσευχήθηκε κάποτε νά μή πέσει βροχή… Κι αὐτό τό ἔκανε κινούμενος ἀπό πολύ μεγάλο ζῆλο. Διότι ἔβλεπε νά γίνονται πολλά ἄτοπα… καί ἡ παρεκτροπή ἦταν γενική… Μόνο ὁ Ἠλίας εἶχε ἀναμμένο τό λυχνάρι τῆς ἀρετῆς… Τά πάντα ἐρημώνονταν καί ἐξαφανίζονταν…, ὅλοι πέθαιναν ἐξαιτίας τῆς ἀβροχίας…, ἀλλά γιά τίποτα δέν τόν ἔνοιαζε τόν Ἠλία, που ἦταν μεθυσμένος ἀπό τόν ἱερό ζῆλο… Τί κάνεις, Ἠλία;   Ἔστω, οἱ νέοι ἁμάρτησαν· γιατί τιμωροῦνται τά παιδιά;  Ἔστω, ἁμάρτησαν οἱ ἄνθρωποι· γιατί μαζί τους πεθαίνουν καί τά ζῶα; Τόσο μεγάλη ἀσπλαχνία ἔχεις; Καθόλου δέν σέ μέλει γιά τούς ἀνθρώπους; Γυναίκα καί παιδί δέν ἔχεις· ἀδιαφορεῖς γι’ αὐτούς πού χάνονται.
»Τί τοῦ λέει λοιπόν ὁ Θεός; Πήγαινε στό χείμαρρο Χοράθ καί θά διατάξω κόρακα νά σοῦ φέρνει τροφή… Πῶς τρεφόταν ἀπό κόρακα; Ἀφοῦ ὁ κόρακας κατά τό (μωσαϊκό) νόμο εἶναι ἀκάθαρτος… Κι ὅμως ὁ Ἠλίας τρεφόταν ἀπό κόρακα, πιστεύοντας ὅτι τίποτα δέν εἶναι ἀκάθαρτο ἀφοῦ δημιουργήθηκε ἀπό τόν Κύριο… Ἔπειτα, ἐπειδή ὁ χείμαρρος ξεράθηκε…, πήγαινε, τοῦ εἶπε, στή Σαρεπτά καί θά διατάξω γυναίκα χήρα νά σέ διατρέφει ἐκεῖ. Αὐτό τό ἔκανε ὁ Θεός κατ’ οἰκονομίαν.  Ἐπειδή δηλαδή ὁ Ἠλίας δέν ἤξερε τά ὅσα εἶχαν συμβεῖ… καί τή γενική συμφορά…, τόν στέλνει ὁ Θεός…, ὥστε ἀφοῦ δεῖ καί ὁ Ἠλίας τί εἶχε συμβεῖ, νά ζητήσει ἐπίμονα ἀπό τόν Κύριο νά δώσει βροχή.
»… Ὁ Ἠλίας δέν εἶπε στόν Θεό· σέ ποιόν μέ στέλνεις;… μήπως δέν ὑπάρχουν ἄλλοι ἄνθρωποι πλουσιότεροι πού μποροῦν νά παρηγορήσουν τήν πείνα μου;
»Δέν ξέρω πῶς νά ἐπαινέσω τή χήρα· πῶς περιφρόνησε τό γιό της καί ἄνοιξε τό σπίτι της νά φιλοξενήσει… Ἔσπειρε φιλοξενία ἡ χήρα καί ἀμέσως θέρισε τό καρπερό στάχυ τῆς φιλοξενίας. Διότι, τί τῆς εἶπε ὁ Ἠλίας; Ζεῖ ὁ Κύριος, τό πιθάρι μέ τ’ ἀλεύρι δέν θά ἀδειάσει καί τό δοχεῖο μέ τό λάδι δέν θά μειωθεῖ».
Ἡ ἀνάσταση τοῦ γιοῦ τῆς χήρας.
Ὕστερα ἀπό τά γεγογονότα αὐτά ἀρρώστησε βαριά καί πέθανε ὁ γιός τῆς χήρας πού φιλοξενοῦσε τόν προφήτη. Τότε ἡ γυναίκα, καθώς μᾶς πληροφορεῖ τό βιβλίο «Βασιλειῶν Γ΄» (κεφ. 17, 1824), εἶπε στόν προφήτη  Ἠλία: Τί σοῦ χρωστοῦσα, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ;  Ἦρθες στό σπίτι μου γιά νά μοῦ ὑπενθυμίσεις τήν ἁμαρτία μου καί νά κάνεις νά πεθάνει ὁ γιός μου; Ἐκεῖνος ὅμως τό πῆρε ἀπό τήν ἀγκαλιά της, τό ἀνέβασε στό ἀνώγι ὅπου ἔμενε ὁ ἴδιος καί προσευχήθηκε στόν Κύριο, λέγοντας: Κύριε, Θεέ μου, γιατί ἔκανες κακό στή χήρα πού μέ φιλοξενεῖ, ἀφήνοντας νά πεθάνει ὁ γιός της; Καί συνέχισε, παρακαλώντας νά ἐπιστρέψει ἡ ψυχή τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ μέσα του. Ὁ Κύριος ἄκουσε τήν προσευχή του καί ἀνέστησε τό παιδί. Τό πῆρε ὁ προφήτης Ἠλίας καί τό κατέβασε ἀπό τό ἀνώγι. Τό παρέδωσε στή μητέρα του λέγοντας: Νά ὁ γιός σου, εἶναι ζωντανός. Κι ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε: Τώρα κατάλαβα ὅτι ἐσύ εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί ὅ,τι προφητεύει τό στόμα σου εἶναι πραγματικά λόγος Κυρίου.
Ἡ παρρησία τοῦ Ἠλία ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ.
Ἦταν ἤδη ὁ τρίτος χρόνος τῆς φοβερῆς ξηρασίας, ὅταν ὁ Θεός μίλησε στόν προφήτη καί τοῦ εἶπε: Πήγαινε νά παρουσιαστεῖς στόν Ἀχαάβ, κι ἐγώ θά στείλω βροχή στή γῆ (Γ΄ Βασ. 18,1). Στό μεταξύ ἡ πείνα εἶχε ἐπιδεινωθεῖ στή Σαμάρεια. Ὅταν ἔγινε ἡ συνάντηση τοῦ Ἠλία μέ τό βασιλιά Ἀχαάβ ἐκεῖνος εἶπε στόν προφήτη: Ἐσύ εἶσαι πού ἀναστατώνεις τόν Ἰσραήλ; γιά νά πάρει τή γεμάτη παρρησία ἀπάντηση: Δέν ἀναστατώνω ἐγώ τόν Ἰσραήλ, ἀλλά ἐσύ καί ἡ οἰκογένειά σου, ἐπειδή ἀρνηθήκατε νά ὑπακούσετε στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου καί λατρέψατε τίς θεότητες τοῦ Βάαλ (Γ΄ Βασ. 18, 1718). Τόν προκάλεσε μάλιστα νά δώσει ἐντολή νά συγκεντρωθοῦν ὅλοι οἱ Ἰσραηλίτες στό ὄρος Κάρμηλος, μαζί μέ τούς 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ καί τούς 400 «προφῆτες» τῆς Ἀστάρτης, πού ἦταν προστατευόμενοι τῆς βασίλισσας  Ἰεζάβελ.
Ὅταν ἔγινε αὐτή ἡ συγκέντρωση λαοῦ καί «προφητῶν», ὁ Ἠλίας ἀπευθύνθηκε στούς  Ἰσραηλίτες καί μέ πύρινο λόγο τούς ἔλεγξε γιά τήν πίστη τους:  Ὥς πότε θά ἀμφιταλαντεύεστε; Ἄν ὁ Κύριος εἶναι Θεός, ἀκολουθῆστε τον· κι ἄν εἶναι ὁ Βάαλ, ἀκολουθῆστε ἐκεῖνον… (Γ΄ Βασ. 18,21).
Φωτιά ἀπό τόν οὐρανό στό βωμό τοῦ Ἠλία.


Κι ἐνῶ ὁ λαός ἔμενε σιωπηλός, ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ συνέχισε: Ἐγώ ἀπέμεινα μόνος προφήτης τοῦ Κυρίου, ἐνῶ οἱ προφῆτες τοῦ Βάαλ εἶναι 450. Ἄς μᾶς φέρουν δύο μοσχάρια κι ἄς διαλέξουν τό ἕνα γιά τόν ἑαυτό τους· ἄς τό κομματιάσουν κι ἄς τό βάλουν πάνω στά ξύλα· φωτιά ὅμως νά μή βάλουν. Ἐγώ θά πάρω τό ἄλλο μοσχάρι καί θά τό βάλω πάνω στά ξύλα καί δέν θά βάλω φωτιά. Ἄς ἐπικαλεστοῦν αὐτοί τό ὄνομα τοῦ θεοῦ τους καί θά ἐπικαλεστῶ κι ἐγώ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὅποιος θεός ἀπαντήσει μέ φωτιά, αὐτός θά εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Καί ὁ λαός ἀπάντησε: Σωστά μίλησες (Γ΄ Βασ. 18, 2224)*.
Ἡ συνέχεια εἶναι λίγο πολύ σέ ὅλους τούς χριστιανούς γνωστή: Οἱ 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ προσεύχονταν στό θεό τους ἀπό τό πρωί ὥς τό μεσημέρι: «Βάαλ, ἄκουσέ μας», φώναζαν καί χοροπηδοῦσαν γύρω ἀπό τό θυσιαστήριο πού εἶχαν ἑτοιμάσει. Ἀλλά καμία φωνή καί καμία ἀπάντηση δέν ἔπαιρναν ἀπό τό θεό τους. Πρός τό μεσημέρι ὁ Ἠλίας ἄρχισε νά τούς περιπαίζει, λέγοντάς τους: Φωνάξτε πιό δυνατά, θεός εἶν’ αὐτός καί μπορεῖ νά ’ναι βυθισμένος σέ σκέψεις· μπορεῖ νά εἶναι κάπου ἀπασχολημένος ἤ νά ταξιδεύει.  Ἴσως κοιμᾶται καί πρέπει νά ξυπνήσει (Γ΄ Βασ. 18,27). Εἰς μάτην ὅμως! Καμία φωνή, κανένα σημάδι ὅτι ὁ θεός τους εἶχε ἀκούσει τίς ἱκεσίες τους.
Νωρίς τό ἀπόγευμα ὁ προφήτης κάλεσε κοντά του τό λαό, πού πλησίασε στό θυσιαστήριο τοῦ Κυρίου τό ὁποῖο εἶχε καταστραφεῖ ἀπό τήν Ἰεζάβελ καί ξαναστήσει ὁ  Ἠλίας μέ 12 πέτρες, ὅσοι καί οἱ γιοί τοῦ  Ἰακώβ καί οἱ 12 φυλές τοῦ  Ἰσραήλ. Ἔβαλε πάνω στό θυσιαστήριο ξύλα, κομμάτιασε τό μοσχάρι καί τό τοποθέτησε πάνω τους.  Ἔπειτα ζήτησε τέσσερις κάδους νερό κι ἔδωσε ἐντολή νά τό χύσουν πάνω στό ὁλοκαύτωμα καί τά ξύλα. Τό ἴδιο εἶπε καί ἔκαναν δεύτερη καί τρίτη φορά. Στή συνέχεια πλησίασε τό θυσιαστήριο καί προσευχήθηκε σέ ἐπήκοο ὅλων: Κύριε, Θεέ τοῦ  Ἀβραάμ, τοῦ  Ἰσαάκ καί τοῦ  Ἰακώβ, ἄς μάθουν ὅλοι σήμερα ὅτι ἐσύ εἶσαι Θεός στόν  Ἰσραήλ κι ἐγώ δοῦλος σου, καί ὅτι ἐγώ ἔκανα ὅλα αὐτά τά πράγματα σύμφωνα μέ τό λόγο σου. Ἀπάντησέ μου, Κύριε, ὥστε νά μάθει ὁ λαός σου αὐτός ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ Κύριος, ὁ Θεός, κι ὅτι ἐσύ θά ξαναφέρεις τήν καρδιά τους κοντά σου (Γ΄ Βασ. 18, 3637).
Τότε λοιπόν ἔπεσε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί ἔκαψε ἐντελῶς τά κομμάτια τοῦ μοσχαριοῦ, τά ξύλα, ἀκόμα καί τίς πέτρες καί τό χῶμα. Ἔκπληκτοι ὅλοι ἔσκυψαν τό κεφάλι καί εἶπαν:
Ὁ Κύριος! Αὐτός εἶναι ὁ Θεός! Καί ὁ Ἠλίας: Πιάστε τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ, νά μή σᾶς ξεφύγει κανείς. Τούς συνέλαβαν, τούς κατέβασαν στό χείμαρρο Κισών κι ἐκεῖ τούς ἐξολόθρευσε (Γ΄ Βασ. 18, 3840).
Τό τέλος τῆς τριετοῦς ξηρασίας.
Μετά τό γεγονός αὐτό τά σύννεφα σκοτείνιασαν τόν οὐρανό καί ξέσπασε θύελλα καί δυνατή βροχή (Γ΄ Βασ. 18, 45). Ὁ βασιλιάς ἐπιστρέφοντας στό παλάτι διηγήθηκε στή γυναίκα του Ἰεζάβελ ὅλα ὅσα ἔκανε ὁ προφήτης Ἠλίας καί πώς ἐξολόθρευσε τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ*.  Ἡ  Ἰεζάβελ ὀργισμένη ἔστειλε μέ ἀγγελιοφόρο μήνυμα στόν  Ἠλία: Νά μέ τιμωρήσουν οἱ θεοί, ἄν αὔριο τέτοια ὥρα δέν σοῦ κάνω ὅ,τι ἔκανες ἐσύ στούς προφῆτες (Γ΄ Βασ. 19,2).
Ὁ Ἠλίας κρύβεται στό ὄρος Χωρήβ.


Ὅταν ὁ προφήτης πῆρε τό μήνυμα φοβήθηκε καί σηκώθηκε κι ἔφυγε γιά νά σώσει τή ζωή του. Στό Γ΄ Βασιλειῶν (19, 310) περιγράφεται μέ ἐνάργεια τό περιστατικό: Φεύγοντας πῆγε στή ΒέερΣεβά, πού ἀνῆκε στό βασίλειο τοῦ  Ἰούδα.  Ἄφησε ἐκεῖ τόν ὑπηρέτη του κι ὁ ἴδιος προχώρησε μιᾶς ἡμέρας δρόμο μέσα στήν ἔρημο. Ἦρθε καί κάθισε στή σκιά ἑνός σπαρτόδενδρου. Παρακαλοῦσε νά πεθάνει: Ἀρκετά ὥς ἐδῶ, Κύριε, ἔλεγε. Πάρε τή ζωή μου, γιατί ἐγώ δέν εἶμαι καλύτερος ἀπό τούς προγόνους μου.   Ὕστερα ξάπλωσε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Ἄγγελος Κυρίου ὅμως τόν ἄγγιξε καί τοῦ εἶπε: Σήκω καί φάγε. Γυρίζοντας ὁ  Ἠλίας τό κεφάλι του εἶδε μία λαγάνα ψητή σέ καυτές πέτρες καί μία κανάτα νερό. Ἀφοῦ ἔφαγε καί ἤπιε, ξάπλωσε καί πάλι. Ἀλλά ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε: Σήκω καί φάγε, γιατί ἔχεις ἀκόμα πολύ δρόμο μπροστά σου.
Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε. Καί μέ τή δύναμη ἐκείνης τῆς τροφῆς βάδισε 40 μερόνυχτα ὥς τό Χωρήβ, τό βουνό τοῦ Θεοῦ. Μπῆκε σέ μία σπηλιά, ὅπου πέρασε τή νύχτα. Τότε ὁ Κύριος τόν ρώτησε: Τί ζητᾶς ἐδῶ, Ἠλία; Καί ὁ προφήτης ἀπάντησε: «Ἐγώ ἀγωνίστηκα μέ μεγάλο ζῆλο γιά σένα, Κύριε, Θεέ τοῦ σύμπαντος. Ἀλλά οἱ Ἰσραηλίτες ἀθέτησαν τή διαθήκη σου, γκρέμισαν τά θυσιαστήριά σου καί κατέσφαξαν τούς προφῆτες σου· μόνον ἐγώ ἀπέμεινα καί ζητοῦν κι ἐμένα νά θανατώσουν».
Ὁ Κύριος στή συνέχεια ἐμφανίστηκε στόν Ἠλία ὄχι ὡς μεγάλος καί δυνατός ἄνεμος πού ἔσχιζε τά βουνά καί σύντριβε τούς βράχους στό πέρασμά του· οὔτε σάν σεισμός ἤ φωτιά, ἀλλά ὡς ἕνας ἦχος ἀπό ἐλαφρό ἀεράκι (Γ΄ Βασ. 19, 1112). Καί ἔδωσε ἐντολή στόν προφήτη του νά πάει στή Δαμασκό γιά νά χρίσει τό νέο βασιλιά τῶν Συρίων, ὕστερα τό νέο βασιλιά τοῦ Ἰσραήλ καί στή συνέχεια νά χρίσει διάδοχό του προφήτη τόν Ἐλισαῖο. Πράγμα πού ἔκανε ὁ Ἠλίας.
Ἡ ἁρπαγή τοῦ προφήτη  Ἠλία στόν οὐρανό


Αφοῦ ὁ προφήτης Ἠλίας ἔζησε καί ἔδρασε κατά τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ἔφτασε ὁ καιρός νά τόν πάρει ὁ Θεός στούς οὐρανούς μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο (Δ΄Βασ. 2,1). Τό θαυμαστό γεγονός περιγράφεται πολύ παραστατικά στό 2ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου «Βασιλειῶν Δ΄» ὡς ἑξῆς:
Μία φορά πού ὁ Ἠλίας καί ὁ (μαθητής του) Ἐλισαῖος ἐπέστρεφαν μαζί ἀπό τά Γάλγαλα, εἶπε κάποια στιγμή ὁ πρῶτος στό δεύτερο: Μεῖνε ἐδῶ, γιατί ὁ Κύριος μέ στέλνει στή Βαιθήλ. Ὁ  Ἐλισαῖος ἀπάντησε:  Ὁρκίζομαι στόν ἀληθινό Θεό καί σ’ ἐσένα, ὅτι δέν θά σ’ ἀφήσω.  Ἔτσι πῆγαν μαζί στή Βαιθήλ, πού εἶναι ἱερός τόπος βόρεια τῆς Ἰερουσαλήμ. Ἐκεῖ βρισκόταν μία ὁμάδα προφητῶν πού εἶπαν στόν Ἐλισαῖο: Τό ξέρεις ὅτι σήμερα ὁ Θεός θά πάρει ἀπό κοντά σου τόν κύριό σου; Αὐτός ἀπάντησε πώς τό ξέρει, ἀλλά τούς παρεκάλεσε νά μή μιλᾶνε γι’ αὐτό.
Ὕστερα ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐλισαῖος πῆγαν στήν Ἰεριχώ. Τήν ἴδια ἐρώτηση ἔκαναν στόν Ἐλισαῖο καί οἱ ἐκεῖ προφῆτες, πῆραν ὅμως τήν αὐτή ἀπάντηση. Κατόπιν οἱ δυό τους, κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, βάδισαν πρός τόν Ἰορδάνη ποταμό, ἐνῶ τούς ἀκολουθοῦσαν 50 προφῆτες πού στάθηκαν σέ κάποια ἀπόσταση ἀπ’ αὐτούς. Τότε ὁ Ἠλίας πῆρε τό μανδύα του [τή μηλωτή], τόν δίπλωσε καί χτύπησε μ’ αὐτόν τά νερά. Ἐκεῖνα ἄνοιξαν στά δύο καί πέρασαν ἀνάμεσα οἱ δυό ἄντρες πατώντας σέ ξηρά (Δ΄ Βασ. 2,8). Ὁ Ἠλίας εἶπε στό μαθητή του: Ζήτησέ μου τί θέλεις νά κάνω γιά σένα, πρίν μέ πάρει ὁ Κύριος ἀπό κοντά σου. Κι ὁ  Ἐλισαῖος ζήτησε νά τοῦ δώσει διπλάσιο τό προφητικό του πνεῦμα. Ὁ Ἠλίας τοῦ εἶπε: Δύσκολο πράγμα ζήτησες.  Ὡστόσο ἄν μέ δεῖς τή στιγμή πού θά φεύγω ἀπό κοντά σου, τότε θά γίνει αὐτό πού ζήτησες· ἄν ὅμως δέν μέ δεῖς, δέν θά γίνει (Δ΄Βασ. 2,10).
Ξαφνικά, καθώς προχωροῦσαν συζητώντας, φάνηκε ἕνα ἅρμα ἀπό φωτιά, κι ἄλογα πύρινα τούς χώρισαν τόν ἕναν ἀπό τόν ἄλλον. Κι ἀνέβαινε ὁ Ἠλίας μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο στόν οὐρανό (στίχ. 11), ἐνῶ ἄφησε νά πέσει ἀπό πάνω του ὁ μανδύας (μηλωτή) πού τόν μάζεψε ὁ  Ἐλισαῖος. Οἱ προφῆτες πού παρακολουθοῦσαν τά γινόμενα ἀπό μακριά, εἶπαν: Τό πνεῦμα τοῦ Ἠλία ἔμεινε στόν  Ἐλισαῖο (στίχ. 15).
Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔδειξε ἔνθερμο ζῆλο γιά τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί γι’ αὐτό ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό (Α΄Μακκ. 2,58).
Ἡ Ἁγία Γραφή γιά τό πρόσωπο καί τό ἔργο του 




 προφήτης Ἠλίας, ἐξαιτίας τῆς βαθιᾶς του πίστης, τῆς ἀφοσίωσης στόν Θεό καί τοῦ ἔνθερμου ζήλου, ἀναφέρεται πολύ συχνά στά βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ δέ ἐπίδραση πού ἄσκησε ἡ ζωή καί τό ἔργο του διά μέσου τῶν αἰώνων εἶναι πολύ σημαντική. Ἀπό τά ἱερά καί ἅγια πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἴσως τό πλέον ἀγαπητό καί ἡ μνήμη του τιμᾶται ἀπό τούς ὀρθοδόξους χριστιανούς περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο.
Παρόλο πού, ὅπως σημειώσαμε, δέν ἄφησε γραπτά κείμενα, μνημονεύεται πάντοτε μέ ἐγκωμιαστικά λόγια, προβάλλεται ὡς παράδειγμα πρός μίμηση, λαμβάνει μέρος σέ σημαντικά γεγονότα.  Ἤδη στό πρῶτο βιβλίο τῆς Π. Διαθήκης ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἐνώχ …ἔζησε θεάρεστα καί ἐξαφανίστηκε, γιατί τόν παρέλαβε ὁ Θεός (Γεν. 5,24), ὅπως ἀκριβῶς καί τόν  Ἠλία (Δ΄Βασ. 2,11). Ἐνώχ καί  Ἠλίας εἶναι τά δύο πρόσωπα τῆς Π. Διαθήκης πού δέν γνώρισαν φυσικό θάνατο, ἀφοῦ παρελήφθησαν ζῶντα στόν οὐρανό, πράγμα πού ὑπαινίσσεται καί ὁ ψαλμωδός Δαβίδ ὅταν γράφει: ὁ Θεός λυτρώσεται τήν ψυχήν μου ἐκ χειρός ᾅδου, ὅταν λαμβάνῃ με (Ψαλμ. 48,16: ὁ Θεός θά σώσει τή ζωή μου· ἀπό τά νύχια τοῦ ἅδη θά μέ πάρει).
Ὁ προφήτης  Ἠλίας στήν εἰκονογράφηση καί τή λαογραφία

Δύο εἶναι οἱ πιό συνηθισμένες ἀπεικονίσεις τοῦ προφήτη Ἠλία στίς τοιχογραφίες ἤ τίς φορητές εἰκόνες. Ἡ μία, βυζαντινῆς τεχνοτροπίας, τόν ἐμφανίζει νά κάθεται μέσα σέ σπηλιά, ἐπάνω στό ὄρος Χωρήβ.  Ἔχει στραμμένη τήν κεφαλή του δεξιά στό ἄνω ἀριστερό μέρος τῆς εἰκόνας, πρός τόν κόρακα ὁ ὁποῖος τοῦ φέρνει τροφή.
Ἡ ἄλλη, νεότερης συνήθως καί λαϊκῆς τεχνοτροπίας, εἶναι ἐμπνευσμένη ἀπό τή σχετική διήγηση τοῦ Δ΄Βασιλειῶν γιά τήν ἁρπαγή τοῦ Ἠλία μέ πύρινο ἅρμα στόν οὐρανό. Ἐνῶ τό ἅρμα μέ τόν προφήτη ὑψώνεται πρός τόν οὐρανό, αὐτός ἀφήνει νά πέσει ἀπό πάνω του ὁ μανδύας (μηλωτή) γιά νά τόν πάρει ὁ μαθητής καί διάδοχός του στό προφητικό ἀξίωμα  Ἐλισαῖος.
Μερικές φορές ἀπεικονίζεται ὄρθιος, μαζί μέ ἄλλους προφῆτες τῆς Π. Διαθήκης, φορώντας μακρύ ἑλληνικό χιτώνα καί ἀπό πάνω τή μηλωτή, εὐλογεῖ μέ τό δεξί χέρι καί κρατᾶ μέ τό ἀριστερό εἰλητάριο.
• • •
Πλουσιώτατες εἶναι οἱ λαϊκές παραδόσεις καί τά ἔθιμα, ὄχι μόνο μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων ἀλλά καί πολλῶν βαλκανικῶν καί κεντροευρωπαϊκῶν λαῶν. Παραθέτουμε μία σύντομη ἐπιλογή, ἔχοντας ὑπόψη μας τά ὅσα ἀναφέρονται ἐκτενέστερα στό σχετικό λῆμμα τῆς «Θρησκευτικῆς καί Ἠθικῆς Ἐγκυκλοπαιδείας» (τόμος ΣΤ΄, στ. 2426):
  Σέ πολλές περιοχές, ἰδιαίτερα στή Θράκη καί τή Μακεδονία, τή Σερβία καί τή Γερμανία (πιό πολύ κατά τό Μεσαίωνα) ὁ προφήτης Ἠλίας ἐθεωρεῖτο κύριος τῆς βροχῆς, τῶν βροντῶν καί τῶν κεραυνῶν. Αὐτό ἐξηγεῖται ἀπό τά γεγονότα πού ἐξιστοροῦνται στήν Παλαιά Διαθήκη γιά τήν ξηρασία πού ἐπέβαλε ὁ Ἠλίας καί τό μετά τριετία ἄνοιγμα τοῦ οὐρανοῦ γιά νά ξαναπέσει βροχή. Οἱ χωρικοί μάλιστα τῆς Βόρειας Θράκης, πού ἦρθαν στήν  Ἑλλάδα τό 1923 καί ἐγκαταστάθηκαν κυρίως στή Μακεδονία, πρόσφεραν στόν ἅγιο «κουρμπάνι». Δηλαδή ἔσφαζαν 1015 κριάρια γιά νά στείλει βροχή. Κι ἐπειδή τήν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ προφήτη Ἠλία (20 Ἰουλίου) δέν ἦταν ἀπαραίτητη ἡ βροχή, πρόσφεραν τό «κουρμπάνι» μεταξύ τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Γεωργίου καί τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου (2 Μαΐου). Σέ πολλά ἐπίσης μέρη γινόταν παλαιότερα καί τό ἔθιμο τῆς «Περπερούνας», σέ περιόδους μεγάλης ξηρασίας. Οἱ κοπέλες τοῦ χωριοῦ στόλιζαν ἕνα ὀρφανό κορίτσι μέ πρασινάδες (χόρτα καί κλαδιά), πήγαιναν στό ποτάμι, βρέχονταν καί μ’ ἕνα μπακίρι γεμάτο νερό γύριζαν χορεύοντας καί τραγουδώντας τήν «Περπερούνα» στό χωριό.
•  Ὅταν ἀστράφτει καί βροντάει πιστεύεται ὅτι ὁ προφήτης Ἠλίας κυνηγάει τό δράκο ἤ τό διάβολο μέ τό ἅρμα του στόν οὐρανό, χρησιμοποιώντας ὡς ὅπλο τόν κεραυνό. Στή Σωζόπολη μάλιστα τῆς Θράκης πίστευαν ὅτι ὅλο τό 24ωρο «ὁ ἉιΛιᾶς τριγυρνᾶ τόν κόσμο μέ τό ἅρμα του κι ὅταν βροντᾷ καί ἀστράφτει κυνηγᾶ διαβόλους». Ἐνῶ στήν Ἀδριανούπολη, ὅτι διασχίζει τούς οὐρανούς πάνω στό ἅρμα του πού σέρνουν τέσσερα πύρινα ἄλογα. Ὅταν τά χτυποῦσε μέ τό μαστίγιο ἀκούγονταν οἱ ἀστραπές· ἀπό τό ἅρμα ἀκούγονταν οἱ βροντές καί ὅταν οἱ τροχοί του ἔβρισκαν σέ πέτρες ἀκούγονταν κεραυνοί!
•  Σέ ἄλλα μέρη τῆς Μακεδονίας ἡ δοξασία γιά τήν καταδίωξη τοῦ διαβόλου ἀπό τόν προφήτη συναντᾶται παραλλαγμένη: Ὁ Ἠλίας δέν κυνηγάει τό διάβολο ἀλλά τή «λάμια», ἡ ὁποία καταστρέφει τίς καλλιέργειες τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ χριστιανοί στή Βουλγαρία πίστευαν ὅτι ὁ ἅγιος κυνηγάει τή «λάμια» καθισμένος πάνω σέ χρυσό ἅρμα καί καταδιώκει τό δράκο πού τρώει τά γεννήματά τους στά χωράφια. Μόλις ὁ προφήτης τόν δεῖ, ρίχνει ἐναντίον του τούς κεραυνούς. Οἱ ἀστραπές μάλιστα πού δέν συνοδεύονται ἀπό βροντές δέν εἶναι κεραυνοί, ἀλλά εἶναι οἱ φλόγες πού βγαίνουνἀπό τά ρουθούνια τῶν ἀλόγων τοῦ ἅρματος καί ἡ λάμψη τῆς χρυσῆς λόγχης του. Σέ μερικά μέρη τῆς Βουλγαρίας πιστεύουν ὅτι ὁ Ἠλίας σκοτώνει τό δράκο πού στερεῖ τήν πόλη ἤ τό χωριό ἀπό νερό καί ἀπαιτεῖ κάθε φορά ὡς ἀντάλλαγμα μία παρθένο.
•  Ἡ δοξασία πού ταυτίζει τόν προφήτη  Ἠλία με μετεωρολογικά φαινόμενα ἐπικρατεῖ στούς σλαβικούς, καί ὄχι μόνο, λαούς. Παραλήφθηκε δέ ἀπό τούς  Ἕλληνες. Ἔτσι στή Σερβία θεωροῦν ὅτι κάθε ἅγιος ἔλαβε ἕνα μερίδιο ἀπό τά στοιχεῖα τῆς φύσεως καί στόν  Ἠλία δόθηκε ἡ ἀστραπή καί ὁ κεραυνός. Στή Ρουμανία διηγοῦνται πώς μέ τήν ἀστραπή καί τή βροντή κυνηγάει τό διάβολο καί κεραυνώνει τίς γάτες καί τά σκυλιά στά ὁποῖα ὁ διάβολος προσπαθεῖ νά κρυφτεῖ.

•  Ὁ προφήτης   Ἠλίας τιμᾶται στήν κορυφή λόφων, ὑψωμάτων καί βουνῶν («στά ψηλώματα»). Ἀκριβῶς γι’ αὐτό πολλές κορυφές φέρουν τό ὄνομά του καί οἱ περισσότερες ἔχουν ἐκκλησάκια ἤ εἰκονοστάσια ἀφιερωμένα σ’ αὐτόν. Ἕνα ἀπό τά γνωστότερα βρίσκεται στήν ψηλότερη κορυφή τοῦ Ταϋγέτου καί λέγεται «Ἁγιολιᾶς». Ἡ ἐξήγηση γιά τήν τιμή αὐτή «στά ψηλώματα», συνδέεται μέ διάφορες κατά περιοχές παραδόσεις τοῦ λαοῦ.  Ἔτσι,
Στήν Ἀχαΐα διηγοῦνται ὅτι «ὁ Ἁι Λιᾶς ἦταν ναύτης, καί ἐπειδή ἔπαθε πολλά στή θάλασσα καί πολλές φορές κόντεψε νά πνιγεῖ, βαρέθηκε τά ταξίδια καί ἀποφάσισε νά πάει σέ μέρος πού νά μή ξέρουν τί εἶναι θάλασσα καί τί εἶναι καράβια. Βάζει τό λοιπόν στόν ὦμο τό κουπί του καί βγαίνει στή στεριά. Ὅποιον συναντοῦσε τόν ρωτοῦσε τί εἶναι αὐτό πού βαστάει. Ὅσο τοῦ ἔλεγαν “κουπί” τραβοῦσε ψηλότερα, ὥσπου ἔφτασε στήν κορυφή τοῦ βουνοῦ. Ρωτάει τούς ἀνθρώπους πού βρῆκε ἐκεῖ τί εἶναι, καί τοῦ λένε “ξύλο”. Κατάλαβε λοιπόν πώς αὐτοί δέν εἶχαν δεῖ ποτέ τους κουπί καί ἔμεινε μαζί τους ἐκεῖ στά ψηλά».
Σύμφωνα μέ παραλλαγή τῆς παράδοσης αὐτῆς στήν Κεφαλονιά, ὁ ἅγιος «εἶναι στίς κορυφές, γιατί δέν πάτησε ποτέ στόν κάμπο, οὔτε σέ χῶμα τόν θάψανε. Γυρίζει μέ τό ἅρμα του στόν οὐρανό καί μονάχα στίς κορυφές στέκει καί ἀνασαίνει. Κι ὅταν ζοῦσε, ἔτσι τοῦ ἄρεσε νά βρίσκεται στά βουνά».
•  Ἄλλες λαϊκές δοξασίες ἀναφέρουν ὅτι: «Ὁ Μωάμεθ κυνηγάει τόν Ἁι Λιᾶ καί στούς κάμπους τόν φτάνει, στά κορφοβούνια ὅμως δέν μπορεῖ νά τόν ἀκολουθήσει κι ὁ ἅγιος βρίσκει ἐκεῖ καταφύγιο. Γι’ αὐτό τοῦ ἔχουν τά ξωκλήσια στίς κορυφές τῶν βουνῶν» (Ἀργολίδα). «Γιά ν’ ἀποδείξει τήν πίστη του στό Θεό χτύπησε μέ τό ραβδί του τρεῖς φορές κι ἐβγῆκε νερό. Ἀπό τότε χτίζουνε τήν ἐκκλησία του στό ψηλότερο βουνό» (Κέα). «Ζεῖ καί κινεῖται ἀνάμεσά μας περιμένοντας τόν Ἀντίχριστο νά παλαίψει μαζί του» (Ναύπλιο). Ἀκόμα, οἱ μωαμεθανοί πιστεύουν ὅτι ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐνώχ (πού δέν πέθαναν ἀλλά ἀναλήφθηκαν στόν οὐρανό) ζοῦν γιά νά ράβουν τά ροῦχα τῶν πιστῶν πού ἔζησαν σύμφωνα μέ τό νόμο τοῦ Μωάμεθ καί θά πᾶνε στόν Παράδεισο.
  Ἀλλοῦ ὁ προφήτης Ἠλίας ἐρωτᾶται ἀπό τούς ἀνθρώπους γιά τό μέλλον καί τήν τύχη τους. Οἱ μαντεῖες αὐτές βασίζονται σέ παρατήρηση τοῦ σχήματος τῆς σταγόνας τοῦ λαδιοῦ ἀπέναντι στόν ἥλιο, τοῦ χρώματος τοῦ καπνοῦ ἀπό καιόμενο θυμάρι, τοῦ περιεχομένου τῶν πρώτων καρυδιῶν πού κόβουν τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς του κ.ἄ.
  Μέ τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς του (20  Ἰουλίου) συνδέονται καί ἄλλες δοξασίες καί ἔθιμα. Γίνονται νοσταλγικοί περίπατοι καί ἐκδρομές, λαϊκά προσκυνήματα καί πανηγύρια. Μερικοί ἀπ’ αὐτούς πού ἐπικαλοῦνται τή βοήθεια τοῦ ἁγίου γιά τή θεραπεία ἀσθενειῶν, ζώνουν τό ναό μέ λεπτό κέρινο νῆμα, μέ τό ὁποῖο ὕστερα δένουν κατά τή λειτουργία τό κεφάλι ἤ τό μέλος τοῦ σώματος πού πάσχει, μέ στάχυ, τό ὁποῖο κόβουν μετά τή Μεγάλη Εἴσοδο, «γιά νά κοπεῖ» καί ὁ πόνος. Ἤ δένουν πέτρα στόν κορμό τῆς ἐλιᾶς, γιά νά κρατήσει τόν καρπό της.
  Ἀρκετές ἐπίσης παροιμίες συνδέονται μέ τόν προφήτη Ἠλία, ὅπως:
Τ’ Ἁι Λιός, γυρίζει ὁ καιρός ἀλλιῶς.
Ἀπού τ’ Ἁι Λιᾶ, μπαίνει τό λάδι στήν ἐλιά.
Τῆς Ἁγια Μαρίνας σύκα, καί τ’ Ἅι Λιός σταφύλι,
καί τ’ Ἅγιου Παντελεήμονα γεμάτο τό μαντήλι.
Ἅγια Μαρίνα δός μου σύκα,
κι Ἁι Λιᾶ ἅπλωσε καί ἔπαρε.
Τ’ Ἁι Πνευμάτου βάλ’ ὀρνό
καί τ’ Ἁι Λιᾶ φάε σύκα.
Τ’ Ἁι Λιᾶ τό καρύδι,
τοῦ Σωτῆρος τό σταφύλι,
καί τῆς Παναγιᾶς τό σύκο
.
•••
Αὐτός εἶναι ὁ βίος καί ἡ πολίτεία τοῦ ἁγίου ἐνδόξου προφήτου Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, τοῦ «ζηλωτοῦ καί τῶν παθῶν αὐτοκράτορος», τοῦ ὑψιπέτου καί «τῶν προφητῶν τό ἐγκαλλώπισμα», τοῦ «ἐν σώματι ἀγγέλου καί τοῦ ἀσάρκου ἀνθρώπου», «τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου» πού «ἀφθαρσίαν ἐνδέδυται», τοῦ οὐρανοδρόμου, «τοῦ ἐπόπτου ἀρρήτων μυστηρίων».
Καί τίς μεσιτεῖες του ἄς ἐπικαλοῦνται στίς προσευχές τους οἱ πιστοί, κράζοντες μαζί μέ τόν ὑμνωδό του:
Προφῆτα καί προόπτα τῶν μεγαλουργιῶν τοῦ Θεοῦ, Ἠλία μεγαλώνυμε, ὁ τῷ φθέγματί σου στήσας τά ὑδατόρρητα νέφη, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν, πρός τόν μόνον Φιλάνθρωπον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου